πτυάς


πτυάς
πτυάς, άδος, ἡ, die Spuckende; eine Schlangenart

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτυάς — spitter fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτυάς — άδος, ἡ, Α δηλητηριώδες φίδι που σηκώνει τον λαιμό του για να φτύσει το δηλητήριο εναντίον τού στόχου του. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτύω + κατάλ. άς, άδος (πρβλ. ισχ άς, μαιν άς)] …   Dictionary of Greek

  • πτυάδες — πτυάς spitter fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτυάδος — πτυάς spitter fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φτύνω — πτύω, ΝΜΑ, και λόγιος τ. πτύω και φτυώ και φτω Ν, και κατά τον Ησύχ. ψύττω Α 1. βγάζω από το στόμα μου σάλιο, εκπτύω, αποπτύω (α. «φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι», Σολωμ. β. «καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῡ», ΚΔ) 2. (γενικά) βγάζω από το… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.